πᾶς, πᾶσα, πᾶν
ὁλόκληρος, ἕκαστος | στὸν πληθ., ὅλοι | μὲ ἀριθμ. ὑποδηλώνει τὸν ἀκριβὴ ἀριθμό, δὲκα πάντα τάλαντα | στὴ δοτ. πληθ. άρσ. πᾶσι=κατὰ τὴν κρίση ὅλων | οὐδ. πᾶσι=καθ’ ὅλα | πάντα γίγνομαι=γίνομαι τὰ πάντα, εἶμαι ἱκανὸς γιὰ ὅλα | πάντα ὡς ἐπίρρ. ἀντὶ πάντως=ἐντελῶς, ὁλοσχερῶς.
[πᾶσι, δοτ. πληθ. τοῦ πᾶς (Α 5)]
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 12 χρόνια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου