Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

τελέω

(τέλος)΄ φέρω εἰς πέρας, ἐκπληρώνω, συμπληρώνω, ἐκτελῶ, πραγματοποιῶ | τηρῶ τὸν λόγο μου, ἐκπληρώνω τὴν ὑπόσχεσή μου, κάνω τὴν χάρη σὲ κάποιον.

ΙΙ.
παθ. τελέομαι-οῦμαι, τελειοποιῶ, φέρω εἰς ὡρίμανση | 2. ἔρχομαι σὲ ἕνα τέλος, τελειώνω, φθάνω στὸν προορισμό μου.

ΙΙΙ.
πληρώνω τὰ χρέη μου, γεν. ξοδεύω, δαπανῶ | 2. ἀνῆκω.

Ι
V. μυῶ στὰ μυστήρια, μυσταγωγῶ.

[
ἐτελείετο, ἐπ. ἀντὶ ἐτελεῖτο, γ’ ἑν. παθ. πρτ. (Α 5)]
[
ἔτελλε γ’ ἐν. ἀορ. α’ (Α 25)]
[
τελέσσῃ, ὑποτ. ἀορ. (Α 82)]
[
ἐτέλεσσας, ἐπ. ἀόρ. α’ (Α 108)]
[
τελέεσθαι, ἀντὶ τελεῖσθαι, ἀπρφ. ἐνεστ. τοῦ τελέομαι-οῦμαι (Α 204)]
[
τετελεσμένον, οὐδ. μτχ. πρκ. τοῦ τελέομαι-οῦμαι (Α 212)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: