(ρ. ΛΑΒ-)' πιάνω, βάζω στὸ χέρι μου, ἀδράχνω, συλλαμβάνω' ὅταν ἡ ἐνέργεια αὐτὴ ἀναφέρεται σὲ ἕνα μόνο μέρος, τὸ μέρος αὐτὸ τίθεται κατὰ γεν., τὴν πτέρυγος λάβεν=τὴν ἔπιασε ἀπ᾿ τὴν πτέρυγα | 2. λαμβάνω διὰ βίας, ἁρπάζω, ἀποκομίζω ὡς λάφυρο | 3. λαμβάνω κάτι ὑπὸ τὴν κατοχή μου, κάνω κάτι δικό μου | 4. συλλαμβάνω, πιάνω, προφθάνω, καταφθάνω | 5. λαμβάνω τινὰ ὁρκίοισι=δεσμεύω κάποιον διὰ ὅρκου | 6. ἀποκτῶ, κερδίζω.
ΙΙ. μέσον, λαμβάνομαι' πιάνομαι ἀπό κάτι | 2. μτφρ., λάβεσθαι τῶν ὀρῶν=νὰ πάρω τὰ ὄρη.
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 12 χρόνια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου