Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

νέος, α, ον

νεαρός, μικρός | 2. ὡς ἐπίρ., νέον, ἐκ νέου, πάλι, πρόσφατα, ἐσχάτως, ἀμέσως.

Δεν υπάρχουν σχόλια: