Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

ὀνίνημι - ὀνίναμαι

(ἐκ τοῦ ἀπηρχ. ΟΝΕΩ)' ὠφελῶ, εὐεργετῶ, βοηθῶ, ὑποστηρίζω | 2. προξενῶ ἡδονή, τέρψη, τέρπω, εὐφραίνω.

ΙΙ. μέσο καὶ παθ. ὀνίναμαι, ἔχω κέρδος, προσπορίζομαι κέρδος ἢ ὠφέλεια, χαίρω βοηθείας, ὑποστηρίξεως | 2. δοκιμάζω τέρψη, ἡδονή,ἀπόλαυση | 3. στὴν εὐκτ. ἀορ. β’ ὀναίμην, -αιο, -αιτο, πρὸς ἔκφραση εὐχῆς' οὕτως ὀναίμην τῶν τέκνων=ἔτσι νὰ χαρῶ τὰ παιδιά μου' ὄναιο=εὐτύχει, νά ‘σαι καλά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: