Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

μακρός

μακρός (μᾶκος, μῆκος), ρ. ΜΑΚ-.’ ὁ,τι καὶ νῦν’ ἐπὶ τόπου, μακρὸς εἰς μῆκος, μακρύς | 2. μακρὸς εἰς ὕψος, ψηλός’ μακρὸς Ὄλυμπος, μακρὰ δένδρεα, τείχεα, κ.λπ. | 3. μακρινός, ἀπομακρυσμένος’ μακρὸν ἀϋτεῖν, βοᾶν=φωνάζω τόσο δυνατὰ ὥστε ν’ ἀκουστῶ μέχρι μακριά | 4. ἡ δοτ. μακρῷ συχνὰ ἐν χρήσει ὡς τὸ ἐπίρ. πολύ=κατὰ πολύ’ μακρῷ πρῶτος=πολὺ πρῶτος.

ΙΙ. ἐπὶ χρόνου, μακρᾶς διαρκείας, μακροχρόνιος, διαρκής’ διὰ μακροῦ=γιὰ πολὺ χρόνο | 2. ὑπὲρ τὸ δέον μακρός, βαρετός, ἀνιαρός’ διὰ μακρῶν=μὲ κάθε λεπτομέρεια, διεξοδικώτατα.

ΙΙΙ. ὁμαλ. συγκρ. μακρότερος, ὑπερθ. μακρότατος | ἀνώμ. συγκρ. μάσσων, μᾶσσον, ἀνώμ. ὑπερθ. μήκιστος, δωρ. μάκιστος (ἐκ τοῦ μῆκος, ὡς τὸ αἴσχιστος ἐκ τοῦ αἴσχος).

V. τὸ οὐδ. πληθ. μακρὰ ἐν ἐπιρ. χρήσει: μακρά βιβάς=μὲ μεγάλα βήματα’ μακρὰ προσεύχομαι=κάνω μεγάλες προσευχές.

Δεν υπάρχουν σχόλια: