Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

παρίζω - παρίζομαι

βάζω κάποιον νὰ καθίσει κοντά | 2. ὡς ἀμτβ., κάθομαι πλησίον | 3. μέσον, παρίζομαι΄ βάζω τὸν ἑαυτό μου νὰ καθήσει κοντὰ σὲ κάποιον.

Δεν υπάρχουν σχόλια: