Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

μιμνήσκω - μιμνῄσκομαι

(μνάω)΄ ὑπενθυμίζω, βάζω στὸ νοῦ κάποιου, τὸν κάνω νὰ ἀναπολήσει.

ΙΙ. μέσο καὶ παθητικὸ μιμνῄσκομαι, ἐκ παραλήλλου πρὸς τὸν τύπο μνάομαι-μνῶμαι, ἐξ οὖ σχηματίζονται οἱ ἄλλοι χρόνοι΄ ἀναθυμοῦμαι, ἀνακαλῶ εἰς μνήμη, ἀναπολῶ, θυμᾶμαι΄ ἀλκῆς μνήσασθαι=ἕκαστος νὰ θυμηθεῖ τὴν ἀνδρεία του | 2. ἀναφέρω, μνημονεύω | 3. ἐνδιαφέρομαι, δίνω προσοχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: