Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

στέλλω

στήνω, τοποθετῶ· μάλιστα δὲ στήνω ἐν τάξει, διευθετῶ, παρατάσσω, εὐτρεπίζω || ἐφοδιάζω, ἐξοπλίζω, ἐτοιμάζω || ἐπὶ πλοίου, ἐξαρτύω, τὸ ἐξοπλίζω || στόλον (στρατόν, στρατιάν) στέλλω=ἐτοιμαζω (παρασκευάζω, ἐξοπλίζω) στόλον ἤ στρατόν || μέσον, στέλλομαι=ἐτοιμάζω ἐμαυτόν, ἐτοιμάζομαι, ἐξοπλίζομαι, ἐνδύομαι || παθητικό, ἐτοιμάζομαι, ἐξοπλίζομαι, ἐνδύομαι ὑπό τινος.

ΙΙ. ἀποστέλλω εἰς πόλεμον, καὶ γεν. ἀποστέλλω, πέμπω || μέσο-παθ., ἐτοιμάζομαι δι`ἐκστρατείαν (διὰ πόλεμον), ἀναχωρῶ, ἐκκινῶ || ὃθεν, πορεύομαι, ἀπέρχομαι, ταξιδεύω.

ΙΙΙ. φέρω ἐπὶ τὸ αὐτό, συνάγω ἐπὶ τὸ αὐτό, φέρω τινὰ εἴς τινα τόπον.

ΙV. μέσον, στέλλομαί τινα=στέλλω καὶ προσκαλῶ τινα, στέλλω διά τινα
(ὠς τὸ μεταπέμπομαι).

V. ὡς ναυτικὸς ὃρος, ἱστία στέλλω=συστέλλω τὰ ἱστία, "μαζεύω τὰ πανιά" || γεν., συστέλλω, ἀναστέλλω, ἀναχαιτίζω, ἐμποδίζω || μέσον, ἁποφεύγω.

Ἐκ τῆς ΣΤΕΛ-, ΣΤΑΛ- παράγονται ὡσαύτως τὰ στάλ-ιξ, στάλ-ις, στόλ-ος, στελ-εόν, στέλ-εχος, στειλ-ειή, καὶ ἴσως στήλ-η πρβλ. Λατ. prae-stol-ari, stol-idus, stul-tus (πρβλ. stipes)· Ἀρχ. Γερμ. stil (st…el, stal-k)· stell-an (stellen)· Λιθ. stel-uti (bestellen).

Δεν υπάρχουν σχόλια: