Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

ἱστίον

(ὑποκορ. τοῦ ἱστός μόνον κατὰ τύπον), ὕφασμα, σινδών || παρ’ Ὁμ. ἱστίον πλοίου, «πανί», καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ πληθ. ἱστία, ἕλκον δ’ ἱστία λευκὰ... βοεῦσι=ἔσυρον ἐπάνω διὰ δερματίνων σχοινίων τὰ λευκὰ ἱστία, δηλ. «τὰ πανιά», Ὀδ. Β. 426· τέταθ’ ἱστία, ἦσαν τεταμένα, «τεντωμένα», Λ. 11 || πλήρεσιν ἢ ὅλοις ἱστίοις=«μὲ γεμᾶτα πανιά», μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ ἀνθρώπου, παροιμία παρὰ Σουΐδ.· σπανίως κατ’ ἑνικ., ἐν δ’ ἄνεμος πρῆσεν μέσον ἱστίον Ἰλ. Α. 481.

Δεν υπάρχουν σχόλια: