(ὑποκορ. τοῦ ἱστός μόνον κατὰ τύπον), ὕφασμα, σινδών || παρ’ Ὁμ. ἱστίον πλοίου, «πανί», καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ πληθ. ἱστία, ἕλκον δ’ ἱστία λευκὰ... βοεῦσι=ἔσυρον ἐπάνω
διὰ δερματίνων σχοινίων τὰ λευκὰ ἱστία, δηλ. «τὰ πανιά», Ὀδ. Β. 426·
τέταθ’ ἱστία, ἦσαν τεταμένα, «τεντωμένα», Λ. 11 || πλήρεσιν ἢ ὅλοις ἱστίοις=«μὲ γεμᾶτα πανιά», μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ
ἀνθρώπου, παροιμία παρὰ Σουΐδ.· σπανίως κατ’ ἑνικ., ἐν δ’ ἄνεμος πρῆσεν
μέσον ἱστίον Ἰλ. Α. 481.
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 12 χρόνια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου