Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΕΟΙΚΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΕΟΙΚΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009

ἐπέοικε

[ἐπί + εἴκω (Α)] πρκ., ὁ ἐνεστ. ἐπείκω δὲν εἶναι ἐν χρήσει' ἁρμόζει, εἶναι ὅμοιο, φαίνεται ὅμοιο, μοιάζει, ταιριάζει | 2. εἶναι πιθανό, ἐνδεχόμενο | 3. εἶναι λογικό, εὔλογο, κατάλληλο.