Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΓΟΥΜΑΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΓΟΥΜΑΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

ἡγέομαι

(ἡγοῦμαι)' προπορεύομαι, προηγοῦμαι, ἀπόλ., ΟΜ Ιλ 24.95 πρόσθεν δὲ ποδήνεμος ὠκέα Ἶρις ἡγεῖτο=μπροστὰ προηγοῦνταν ἡ ἀνεμοπόδαρη γρήγορη Ἴρη | 2. ὁδηγῶ κάπου, μὲ δοτ. προσ., ΟΜ Ιλ 22.101 ὅς μ΄ ἐκέλευε Τρωσὶ ποτὶ πτόλιν ἡγήσασθαι | 3. εἶμαι ἀρχηγὸς σὲ κάποια κατάσταση, ἐνέργεια ἤ πράγμα | 4. εἶμαι ὁδηγὸς σὲ κάτι, εἶμαι πρώτος σὲ κάτι, ὁδηγῶ, διευθύνω κάτι, μὲ δοτ., ΟΜ Ιλ 22.247 ὥς φαμένη καὶ κερδοσύνῃ ἡγήσατ΄ Ἀθήνη=ἔτσι μίλησε ἡ Ἀθηνὰ καὶ τράβηξε πρώτη μπροστὰ μὲ δόλο.

ΙΙ. ὁδηγῶ στρατὸ ἢ στόλο, μὲ δοτ., ΟΜ Ιλ 2.687 οὐ γὰρ ἔην ὅς τίς σφιν ἐπὶ στίχας ἡγήσαιτο | 2. εἶμαι ὁ ἠγεμόνας, ὁ ἄρχοντας, ὁ κυβερνήτης ἢ ὁ κτήτορας.

ΙΙΙ. νομίζω, φρονῶ, θεωρῶ, πιστεύω.

Ἐτυμ.: ἀπὸ ιε. ρ. *sag- (=ἰχνηλατῶ), πβ. λατ. sagio, γοτθ. sakjan,
ἀρχ. ἰρλ. saigim.

[
ἡγήσατο, γ’ ἑν. μέσ. ἀορ. α’ (Α 71)]