Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΧΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΧΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

ἄλοχος

(ἡ), [α ἀθροιστικό + λέχος]' ἡ συμμετέχουσα τὴς ἴδιας κλίνης μετά τινος, ἡ σύζυγος.

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008

λέχος

(τό) (ῥ. ΛΕΧ, λέγω) ποιητ. ὄνομα, ἀνάκλιντρον, κλίνη, στρωμνή, Ὅμ. κτλ.· συχν. ἐν τῷ πληθ. κυρίως πρὸς δήλωσιν τοῦ σκελετοῦ τῆς κλίνης ἐφ’ ἧς τίθεται ἡ στρωμνή, δινωτός, τρητός· πρβλ. εὐνή | 2. εἶδος νεκρικῆς κλίνης ἐφ’ ἧς κατετίθετο ὁ νεκρός, Ἰλ. Ω. 589, 702, κτλ. | 3. ἡ γαμήλιος εὐνή, ἡ τοῦ ἔρωτος καὶ καθόλου ἡ συζυγικὴ κλίνη, ἐμὸν λ. ἀντιόωσαν Λ. 31· ἐμὸν λέχος εἰσαναβαίνοι Θ. 291· λέχος δ’ ἤσχυνε καὶ εὐνὴν Ἡφαίστοιο ἄνακτος Ὀδ. Θ. 269, πρβλ. Γ. 403.