Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

ὠκύπορος, ον

(ὠκύς + πόρος)' ὁ ταχέως πορευόμενος, ὁ ταχέως ταξιδεύων | ὁ ταχέως ρέων.