Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2008

βου-

τύπος τοῦ οὐσ. βοῦς, χρησιμοποιούμενος ὡς α’ συνθετ. πρὸς ἔκφρασιν τοῦ ὑπερβολικὰ μεγάλου, τοῦ τερατώδους: βού-παις, βου-φάγος (πρβλ. βού-συκα=πελώρια, πολὺ μεγάλα, σῦκα).

Δεν υπάρχουν σχόλια: