Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2008

λιμός

(ὁ) (καὶ ἡ, σπαν.) = πεῖνα, σιτοδεία, ἔλλειψη τροφῆς, δίψα τε καὶ λιμὸς Ἰλ. Τ. 166· λιμῷ θανέειν Ὀδ. Μ. 342

Ἐτυμ. πιθ. λιμὸς (λιφ-μὸς ἐκ. ῥ. λιφ- τοῦ λίπ-τομαι(=ἐπιθυμῶ σφοδρά)΄ πρβλ. Ἡσυχ. «λίψ΄ ἐπιθυμία». Πρβλ. καὶ ἰων-ἀττ. λοιμός, τὸ παρ’ Ἡσυχ. «λειρός΄ ὁ ἰσχνὸς καὶ ὠχρός».

Παραγ. λιμώσσω, ἀττ. –ττω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: