-οῦ, (ὁ) = πανώλης, «πανούκλα», λατ. pestis || πᾶσα μολυσματικὴ καὶ θανατηφόρος νόσος. [δι’ ἐτυμολ. βλ. λιμός, λοιγός].
[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]
Σημασία και ετυμολογία λέξεων
Ἐτυμ. πιθ. λιμὸς (λιφ-μὸς ἐκ. ῥ. λιφ- τοῦ
Παραγ. λιμώσσω, ἀττ. –ττω.