Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΙΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΙΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Ιουλίου 2008

λοιμός

-οῦ, (ὁ) = πανώλης, «πανούκλα», λατ. pestis || πᾶσα μολυσματικὴ καὶ θανατηφόρος νόσος. [δι’ ἐτυμολ. βλ. λιμός, λοιγός].

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008

βουλιμία

(ἡ), (βου + λιμός)= ὑπερβολικὴ πεῖνα.

λιμός

(ὁ) (καὶ ἡ, σπαν.) = πεῖνα, σιτοδεία, ἔλλειψη τροφῆς, δίψα τε καὶ λιμὸς Ἰλ. Τ. 166· λιμῷ θανέειν Ὀδ. Μ. 342

Ἐτυμ. πιθ. λιμὸς (λιφ-μὸς ἐκ. ῥ. λιφ- τοῦ λίπ-τομαι(=ἐπιθυμῶ σφοδρά)΄ πρβλ. Ἡσυχ. «λίψ΄ ἐπιθυμία». Πρβλ. καὶ ἰων-ἀττ. λοιμός, τὸ παρ’ Ἡσυχ. «λειρός΄ ὁ ἰσχνὸς καὶ ὠχρός».

Παραγ. λιμώσσω, ἀττ. –ττω.