Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

λίπτομαι

ἀποθ. μετὰ παθ. πρκ. λέλιμμαι= εἶμαι πρόθυμος, ἐπιθυμῶ σφοδρῶς || μετὰ γεν., εἶμαι πρόθυμος διά τι, ποθῶ τι διακαῶς || ἐν τῇ παθ. μτχ. λελιμμένος μάχης=ποθῶν διακαῶς νὰ πολεμήσῃ.

Ἐτυμ. ἐκ ῥ. λίφ-, πρβλ. Ἡσυχ. «λίψ΄ ἐπιθυμία», λιψουρία=ἐπιθυμία οὐρήσεως΄ πρβλ. σανσκρ. lubh, lubh- yami (cupio), lobh-as (cupiditas)΄ λατ. lib-et, lub-et, lib-ido΄ γοτθ. liubs (ἀγαπητός), ἀρχ-γερμ. liub-an (lieben, ἀγγλ. life), σλαυ. lyuby (ἀγάπη), lyubyti (φιλέω) κλπ.

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Α, μα τότε είναι πρέπον και το ιμείρω:

ιμείρω, αιολ. ιμέρρω (ίμερος)=επιθυμώ τι σφοδρώς, επιδιώκω τι, ποθώ τι

kalliopi είπε...

ναι...