Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

ἕκαστος, η, ον

ὁ καθείς, καθένας ἕνας-ἕνας, κάθε ἕνας χωριστά, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν ὁλότητα, λατιν. quisque΄ ὁ ἑν. ἀριθμ. λόγῳ τῆς περιεκτικῆς του σημασ. συνάπτεται συχνὰ μετὰ ρήμ. πληθ. ἀριθμ.: ἕκαστος ἐπίστασθε=ὁ κάθείς σας γνωρίζει (τ. ἔ. ὅλοι γνωρίζετε) || εἷς ἔκαστος=λατιν. unusquisque || πᾶς ἕκαστος=ἕνας-ἕνας καὶ ὅλοι μαζί || οἱ καθ’ ἕκαστον= λατιν. singuli = ἕνας-ἕνας ἰδιαιτέρως || καθ’ ἑκάστην ἡμέραν= «κάθε μέρα», καθημερινῶς.

Ἐτυμ.: (Γορτ., Ἠλ. Fέκαστος) < *ἑκάς τις, τεο, τῳ, κλπ. (βλ. λ. ἑκάς)΄ πρβλ. ἑκάσ-τῳ ἑκάσ-τοις: ὅ-τῳ ὅ-τοις μετὰ τινος ἐπιδράσεως τῆς ὑπερθετ. καταλήξ. εἰς –ιστος΄ κατ’ ἀναλογίαν πρὸς την ἕκαστος ἐσχηματίσθη ἡ ἑκά-τερος, Γορτ. Fεκάτερος (=ἕκαστος ἐκ τῶν δύο) καθ’ ὅν ἀκριβῶς λόγον ἐσχηματίσθησαν π.χ. τὰ ῥηΐ-τερος, δωρ. ῥᾴ-τερος: ῥήϊστος δωρ. ῥάϊστος, ἀττ. ῥᾷστος.

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Κλίση τοῦ ἕκαστος, η, ον: δευτερόκλιτα ἐπίθετα, ἀσυναίρετα, τρικατάληκτα μὲ τρία γένη
.

Δεν υπάρχουν σχόλια: