Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

λοιμός

-οῦ, (ὁ) = πανώλης, «πανούκλα», λατ. pestis || πᾶσα μολυσματικὴ καὶ θανατηφόρος νόσος. [δι’ ἐτυμολ. βλ. λιμός, λοιγός].

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: