Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

λοιγός

-οῦ, (ὁ) = καταστροφή, βλάβη, ὄλεθρος || θάνατος || λοιμός («πανούκλα»).

Ἐτυμ.: λοιγός, ὁμ. λοίγιος΄ πρβλ. λιθ. lig (νόσος) ἑλλ. ὀλίγος΄ ἐξ ἰαπ. ῥ. *leig- (ῥοκανίζω, ἀφανίζω, καταστρέφω) κατ’ ἐπέκτασιν ἐκ τῆς ῥ. *lei-, *loi-, ἐν τοῖς λοιμός, λιμός, λιθ. leilas (ἰσχνός, λεπτός΄ βλ. καὶ λειρός), πρβλ. ὡσ. Ἡσυχ. «λοιτός΄ λοιμός», παλ-γερμ. leid (θλιβερός, ἀλγεινός), ἀγγλ-σαξ. lpt (ἐχρθικός, μισητός), παλ-norr. leidr. (ἐχθρικός, μισητός)΄ κατὰ τινας ἐκ ῥ. λυγ-, τῆς ἐν τοῖς λυγρός, λευγαλέος.

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: