Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

σφός, σφή, σφὸν

(σφέ)΄ ἑν. ἀρσ., ἰδικός του, ἑν. θηλ., ἰδικός της. | 2. (σφεῖς)=σφέτερος, ἰδικός των.

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: