Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

οὗ

λατ. sui, γεν. ἑν. γ’ προσ. προσωπ. ἀντων. ἀρσ. καὶ θηλ., ἀντὶ αὑτοῦ, αὑτῆς, αὐτοῦ, αὐτῆς, συχνὰ παρ’ Ὁμ. ἀλλ’ ἐν τοῖς ἰων. καὶ ἐπ. τύποις ἕο, εὗ, εἷο, ἑοῖο (ἑεῖο) || σπαν. ἀντὶ ἐμοῦ || διὰ δοτ. οἷ, αἰτ. [δι’ ἐτυμ. Βλ. ἐν αἰτ. ].

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: