Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2008

χαρά

(ἡ) (χαρῆναιὡς καὶ νῦν, χαρά, εὐφροσύνη, τέρψις, ἡδονή || χαρᾷ=μετὰ χαρᾶς, εὐχαρίστως || μετὰ γεν., χαρὰ ἔν τινι, εὐχαρίστησις διά τι πρᾶγμα.

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: