(ἡ) (χαρῆναι)΄ ὡς καὶ νῦν, χαρά, εὐφροσύνη, τέρψις, ἡδονή || χαρᾷ=μετὰ χαρᾶς, εὐχαρίστως || μετὰ γεν., χαρὰ ἔν τινι, εὐχαρίστησις διά τι πρᾶγμα.
[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 12 χρόνια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου