Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2008

χαίρω

ὡς καὶ νῦν, χαίρω, εἶμαι πλήρης χαρᾶς, κατέχομαι ὑπὸ χαρᾶς, εἶμαι εὐχαριστημένος || χαίρω νόῳ=χαίρω νοερῶς (ἐνδομύχως), χαίρω ἐσωτερικῶς, χαίρω κρυφίως. 2) α, χαίρω ἐπί τινι, εἶμαι εὐχαριστημένος μέ τι, εὐφραίνομαι διά τι, ἀρέσκομαι εἴς τι || χαίρω γέλωτι=ἐκδηλώνω τὴν χαράν μου μὲ γέλοια, χαίρω καὶ γελῶ, «γελῶ μὲ τὴν καρδιά μου» || σπανιώτ. μετ’ αἰτ. προσ., χαίρω δέ σ’ εὐτυχοῦντα=χαίρω διὰ τὴν εὐτυχίαν σου. 3) μετὰ μτχ., χαίρω ἀκούσας=χαίρω ὅτι (πού) ἤκουσα || χαίρεις ὁρῶν φῶς=εἶσαι εὐχαριστημένος «ποὺ βλέπεις τὸ φῶς». 4) μετὰ μτχ. ἐν. συντασσόμενον τὸ χαίρω καταντᾷ ἐνίοτε συνών. τῷ φιλέω καὶ σημαίνει «συνηθίζω νά…». –

II. συχνὰ μέτ’ ἀρνήσ., οὐ χαιρήσεις=δὲν θὰ χαρῇς, δηλ. δὲν θὰ μείνῃς ἀτιμώρητος, θὰ μετανοήσῃς. || ὡσ. καὶ ἡ μτχ. χαίρων σημαίνει ἐνίοτε «ἀτιμωρητί, ἀσφαλής», λατ. impune: οὐ χαίροντες ἀπαλλάξετε=δὲν θὰ διαφύγετε ἀτιμωρητί | καὶ μετ’ ἀρνήσ. οὐ χαίρων=λατ. haud impune=οὐχὶ ἀτιμωρητί, ἄρα μὲ ζημίαν του. –

III. ἡ προστ. χαῖρε εἶναι συνήθης τύπος χαιρετισμοῦ, εἴτε κατὰ τὰς συναντήσεις (ὡς καὶ νῦν, χαῖρε, «γειά σου», λατ. salve), εἴτε ἐπὶ ἀποχαιρετισμοῦ κατὰ τὴν ἀναχώρησιν καὶ τὸν ἀποχωρισμὸν (ὡς καὶ νῦν, χαῖρε, «ἔχε γειά», «γειά σου», λατ. vale) | ἐπὶ ἀποχαιρετισμοῦ εἶναι ἐν χρήσει καὶ ἡ περίφρ. xαίρων ἴθι= «ὥρα σου καλή». –

ΙV. καὶ τὸ ἀπρφ. χαίρειν ἐν τῇ περιφράσει χαίρειν λέγω σοι εἶναι ἐν χρήσει ἐπὶ χαιρετισμοῦ ὡς συνών. τῷ χαῖρε: προσειπών τινα χαίρειν οὐκ ἀντιπροσερρήθη=καίτοι προσεφώνησέ τινα διὰ τοῦ «χαῖρε» (καίτοι τὸν ἐχαιρέτισε, ἤ τὸν ἀπεχαιρέτισε), δὲν ἔτυχε χαιρετισμοῦ (ἤ ἀποχαιρετισμοῦ) ἐκ μέρους αύτοῦ || ἐν ἀρχῇ ἐπιστολῆς ὅμως τὸ ἀπρφ. χαίρειν ἔκειτο μόνον του (παραλειπομένου τοῦ λέγεικελεύει, ἀκριβῶς ὅπως ἐν τῇ Λατινικῇ ἔκειτο S.=salutem ἀντὶ S.D.=salutem dicit): Κῦρος Κυαξάρῃ χαίρειν (ἐνν. λέγεικελεύει)=λατ. salvere (valere) jubet, salutem dicit. 2) ἐν κακῇ ἐνν., χαίρειν ἐῶ, χαίρειν κελεύω=ἀποχαιρετῶ τι(να), τό(ν) ἀφίνω καὶ φεύγω, τό(ν) ἀπαρνοῦμαι, τό(ν) ἀποκηρύσσω, ἀδιαφορῶ περὶ αὐτοῦ, τό(ν) περιφρονῶ (καταφρονῶ): πολλὰ χαίρειν λέγω τινί=τὸν ἀποχαιρετίζω μὲ ἕνα μεγάλο «ἔχε γειά» (τ.ἔ. ἀδιαφορῶ τελείως δι’ αὐτόν) || ὡσ. τὸ γ’ ἑν. προστ. χαιρέτω κεῖται συχνὰ ἐν κακῇ ἐνν. ἀντὶ τοῦ ἐρρέτω= «ἄς πάῃ στὸ καλό», δηλ. «ἄς πάῃ κατὰ διαβόλου, ἄς πάῃ νὰ χαθῇ», «ξορκισμένος νἆναι», ὅπως τὸ λατ. valeat κεῖται ἐνίοτε ἀντὶ τοῦ pereat abeat in malam rem.

Ἐτυμ.: χαίρω΄ χαρά΄ χάρις΄ χαρίεις΄ χαρίζομαι΄ χάρμα΄ χαρτός: σανσκρ. hryali(=χαίρω) (=ἐπιθυμῶ τι, τὸ θεωρῶ εὐχάριστον), Ζενδ. zara- (προσπάθεια, σκοπός), ὀμβρ. heriest, ὀσκ. herest (παραθυρόφυλλον), λατ. horior, horitor, καὶ συγκεκ. hortor (παροτρύνω), παλ-γερμ. ger ( ἐπιθυμῶν), geron (ἐπιθυμῶ), γοτθ. (fahu-) gairns, παλ-norr. giarn, ἀγγλ-σαξ. zeorn, παλ-γερμ. gern (ἐπιθυμητικός), γοτθ. gairnjan (ἐπιθυμῶ)΄ ἐξ ἰαπ. *gher(e)-, *gherel- (ἐπιθυμῶ, θέλω, φθονῶ), σανσκρ. hras- (μῆνις, μνησικακία), Ζενδ. zar- (πικραίνω, παροργίζω), πρβλ. Ἡσυχ. «χαρά΄ ὀργή», χάρμη, εἶτα σανσκρ. hrnyti, hrnte hrnΐte (κρατῶ κακίαν, μνησικακῶ, κατά τινος).

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

[
χαρῆναι, ἀπρφ. παθ. ἀορ. β’ (χαρά)]
[
χαίρῃς, β’ ἑν. ὑποτ. (Α 158)]
[
κεχαροίατο, ἐπ. ἀντὶ κεχάροιντο, γ’ πληθ. εὐκτ. ἀναδιπλ. μέσ. ἀορ. β’ τοῦ χαίρω. (Α 256)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: