Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2008

οὐλομένην

ο, ον, ποιητικὸς τύπος ἀντὶ ὀλομένην, μτχ. μέσου ἀορ. βτοῦ ὄλλυμι || συνήθως ὅμως ἐν χρήσει ὡς ἐπίθ. μετὰ ἐνεργ. σημ., καταστρεπτικός, ὀλέθριος, θανατηφόρος.

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: