Σάββατο, 5 Ιουλίου 2008

ἀείδω

ἀττ. συνηρ. ᾄδω΄ τραγουδῶ, ψάλλω΄ ἐντεῦθεν καὶ ἐπὶ παντὸς εἴδους φωνῆς καὶ ἤχου: κράζω, τερετίζω, κρώζω κλπ. (ἐπὶ ἀλέκτορος, χελιδόνος, γλαυκός, βατράχου κλπ.)' ὡσ. καὶ ἐπὶ ἄλλων ἤχων, π.χ. τῆς νευρᾶς τοῦ τόξου, τοῦ συριγμοῦ, ὅν παράγει ὁ ἄνεμος ἤ λίθος ριπτόμενος.

ΙΙ. μτβ.: 1. μετ’ αἰτ. πράγμ. ψάλλω τι, ψάλλων διηγοῦμαί τι | 2. μετ’ αἰτ. προσ. ψάλλω, ἐπαινῶ, τινα, λατ. canere. | 3. Παθ., ἀντηχῶ ἐκ τῶν ᾀσμάτων.

Ἐτυμ.: ἀείδω > ᾄδω, ἀοιδὴ > ᾠδή, ἀοιδός, ἀοίδιμος(=ἄξιος, ἀοιδῆς)΄ κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὴν θεωρίαν τοῦ Brugmann, ὅστις ἐν τῇ ριζ. Fειπ- (τῶν ἐπιγρ. τύπων Fείπωντι, προFειπάτω, εἰπεῖν) ἔβλεπεν ἀνομοίωσιν ἔκ τινος ῥ. Fευπ- < ve-vqv- > veqv- (Fέπος), ὁ Wackernagel θεωρεῖ τὸ ἀείδω παραχθὲν κατ’ ἀνομοίωσιν ἐκ τοῦ *ἀFευδω, συγγ. τῷ αὐδή, ὑδέω=ᾄδω, ὀνομάζω (πρβλ. τὸ παρ’ Ἡσυχ. ὕδ-ης΄ συνετὸς ἤ ποιητής΄ πρβλ. ὡσ. ὕδνης΄ εἰδώς, ἔμπειρος)΄ ἐν τοῖς λοιποὶς τὸ α εἶναι προθεματικόν.

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

[
ᾄειδε, προστ. β’ ἑν. ἐνεστ. (Α 1]

Δεν υπάρχουν σχόλια: