Σάββατο, 5 Ιουλίου 2008

*μάω

ριζ. ἐνεστὼς ἀπαντῶν μόνον ἐν τῷ ἐνεργ. πρκ. μέμαα καὶ ἐν τῷ μέσ. μάομαι΄ ἐπιυμῶ τι, τὸ ἐπιδιώκω μετὰ θέρμης, τὸ ποθῶ, κατὰ τὸ πλεῖστον μετ’ ἀπρφ. || ὡσ. ἀπολ., πρόσσω μεμαυῖαι=σπεύδουσαι πρὸς τὰ ἐμπρός || μεμαότες ἐγχείῃσιν=ὁρμῶντες μὲ τὰ δόρατα. 2) ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι, ἤ ἀξιῶ ὅτι εἶμαι. –

ΙΙ. μέσ. μάομαι, μῶμαι΄ ἐπιζητῶ τι, τὸ ἐπιθυμῶ ἀπλήστως, τὸ ἐποφθαλμιῶ.

Ἐτυμ.: ἐκ ριζ. μα- ἔχουσης ποικίλας σημασίας δυναμένας νὰ ταξινομηθῶσιν εἰς τρεῖς κατηγορίας:

  1. σφοδρὰ ἐπιθυμία, πόθος: μέ-μα-α, μῶ-μια, μια-μά-ω, μαί-ομαι΄ ἐκ δὲ τῶν ἐπεκτ. τύπων τῆς ριζ. μα-, δηλ. ἐκ τῶν τύπων μαν-, μεν-: μέν-ος, μα-στήρ, μαστεύω, μαστροπός.
  2. ἔξαψις τοῦ νοῦ, διατάραξις: μαίν-ομαι, μάν-τις, μαν-ία (ἴσως καὶ μῆνις).
  3. σκέψις, διάσκεψις, ἐμμονή: μένω, μνά-ομαι, μέ-μνη-μια, μνή-μη, μι-μνῄ-σκω, Μέν-της, Μέν-τωρ (λατ. mon-itor), μηνύω.

Έπὶ τῶν σημ. ὑπ’ ἀριθ. 1 καὶ 2 πρβλ. σανσκρ. manyus (μένος), ἀγγλ-σαξ. myn, ἀρχ-γερμ. minn-ia, minna (amor). Ἐπὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 3 σημ. πρβλ. σανσκρ. man, man-ye (puto, cogitoman-as (=λατ. mens, voluntas, opinion), mat-is(=λατ. opinio, propositum), mna, man-ami(=λατ. diligenter lego)΄ λατ. maneo, me-min-i, re-mini-scor, men-s, men-tior, mon-eo κλπ.΄ γοτθ. muns (νόημα), ga-min-thi (μνεία)΄ ἀρχ-norr. munr (λατ. mens)΄ ἀρχ-γερμ. manen (=λατ. mon-eo, γερμ. mahn-en), mein-a (mein-ung)΄ λιθ. at-men-u (=λατ. memoria)΄ Σλαυ. min-eti (=λατ. cogitare)

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: