Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

μαίνομαι

(*μάω)΄ μαίνομαι (ὡς καὶ νῦν), εἶμαι μανιακός, εἶμαι μανιώδης (ἰδίᾳ ἐπὶ πολεμικῆς μανίας ἤ ὁρμῇς) || ὡσ. εἶμαι μανιώδης, εἶμαι ἔξω φρενῶν, ἀπὸ ὀργήν || ὡσ. μαίνομαι, εἶμαι παράφρων, ἐξ οἰνοποσίας, εἶμαι τρελλὸς ἀπὸ μεθύσι΄ καὶ ἐπὶ Βακχικῆς μανίας «μαινόμενος Διόνυσος» || μτφρ. ἐπὶ πραγμάτων, «χαλῶ τὸν κόσμο», θορυβῶ, ὀχλαγωγῶ, ὀργιάζω. – μαίνομαι ὑπὸ θεοῦ τινος=ἔχω περιέλθει εἰς μανίαν τῇ ἐνεργείᾳ θεοῦ τινος, θεός τις μὲ ἔχει καταστήσει μαινόμενον. - ἀττ. φράσις «πλεῖν ἤ μαίνομαι»=εἶμαι κάτι περισσότερον ἀπὸ παράφρων. –

ΙΙ μετὰ μτβτ. ἐννοίας ἐν τῷ ἐνεργ. ἀόρ. α’ ἔμηνα(=κατέστησά τινα μαινόμενον, τοῦ ἐνέβαλον μανίαν, τὸν ἐτρέλλανα).

Ἐτυμ.: ὁμ., μεθομ., μσν. μαίνομαι, ἀόρ. ἐμηνάμην, ἐμάνην, πρκ. μέμηνα, μεθομ. ἐν. μαίνω (ἐκμαίνω παρ’ Ευρ., Ἀριστοφ. κ.ἄ.), ἀόρ. ἔμηνα΄ ὁμ., τραγ., Πινδ. μαινάς΄ μαινόλης΄ μανία΄ μαίνομαι < ἰαπ. muj-o΄ παλ.σλαυ. minja, β’ ἑν. minisi, ἀπρφ. mineti (σκέπτομαι), λιθ. mine(=ἐμάνη), σανσκρ. manyate (σκέπτομαι), γοτθ. munaip (διαλογίζεται, ἐπιθυμεῖ), παλ-ιρλ. domuiniur (σκέπτομαι, πιστεύω)΄ ἐν πᾶσι τούτοις ὑπόκειται ριζ. men (σκέπτομαι, ἔχω ἐξημμένον τὸν νοῦν) (πρβλ. mune(i)-=σκέπτομαι, ἐκ παραλλήλου πρὸς τὸ mna- ἐν τῷ δωρ. τύπῳ μέμναται κ.ἄ.). Βλ. καὶ ἐν λ. μένος. - Ἄλλοι παράγουν τὸ μαίνομαι ὡς καὶ τὸ me-n-jo- ἐκ ρίζ. me(i)(=διατελῶ ἐν διανοητικῇ ἐξάψει), πρβλ. τὸ ὁμ. μαιμάω, γοτθ. mops (όργή).

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: