Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

μηνίω

δωρ. μανίω (μῆνις)΄ ἐξακολουθῶ νὰ εἶμαι ὠργισμένος, ἐμμένω εἰς τὴν ἀδιάλλακτον ὀργήν μου || ὡσ. καὶ ἐκδηλώνω τὴν κατά τινος ὀργήν μου.

[ἐμήνιε, γ’ ἑν. πρτ. τοῦ μηνίω (Α 247)]

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: