Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

μήνιμα

-ατος, (τό) (μηνίω)΄ αἰτία ὀργῆς || μήνιμα θεῶν=αἰτία τῆς θεῖας ὀργῆς. 2) ἐνοχη αἵματος, δηλ. ἐνοχὴ διὰ φόνον, λατ. scelus piaculare.

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: