Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΝΙΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΝΙΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2008

μήνιμα

-ατος, (τό) (μηνίω)΄ αἰτία ὀργῆς || μήνιμα θεῶν=αἰτία τῆς θεῖας ὀργῆς. 2) ἐνοχη αἵματος, δηλ. ἐνοχὴ διὰ φόνον, λατ. scelus piaculare.

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

μῆνις

-ιος (ἡ): μανία, διαρκὴς ὀργή, θυμός.

Ἐτυμ.: μῆνις, δωρ. μᾶνις, αἰολ. μαῖνις (πιθανῶς κατ’ ἐπίδρασιν τοῦ μαίνομαι)΄ κατὰ τινας ἐν τῷ λατ. mᾱnes(=ψυχαὶ τῶν νεκρῶν, οἱ ἐξωργισμένοι) ὑπόκειται πληθ. τοῦ mᾱnis= δωρ. μᾶνις, πρβλ. λατ. immanis(κυρ.=qui est *in mani=ἐν μανίᾳ) καὶ Κρητ. ἐμμᾶνις(=ἐμμανής, μαινόμενος))΄ ἐκ τοῦ μῆνις τὰ: μηνίω, μήνιμα, μηνιθμός.

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]