Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2008

ἀλέγω

(α ἀθρ. + λέγω;), ἐν χρήσει μόνον κατ’ ἑν.΄ στενοχωρῶ, βασανίζω, ἐμαυτόν, φροντίζω, μεριμνῶ || κατὰ τὸ πλεῖστον μετ’ ἀρνήσεως: οὐκ ἀλέγω=δὲν μὲ μέλει, δὲν φροντίζω || σπαν. ἄνευ ἀρνήσ.: Λιταὶ ἀλέγουσι κιοῦσαι=εἶναι πολὺ προσεκτικαὶ εἰς τὸν δρόμον των || ὡσ. μετὰ αἰτ. ἢ γεν., φροντίζω δι’ ἓν πρόσωπον ἢ δι’ ἓν πρᾶγμα. – παθ. ἀλέγομαι ἔν τινι=ὑπολογίζομαι, συγκαταλέγομαι μεταξύ…

Ἐτυμ.: Ἡ κοινῶς παραδεδομένη ἐτυμ. ἐκ τοῦ α ἀθρ. ἢ πρόθ. + λέγω δὲν ἱκανοποιεῖ πάντας. Ἄλλοι δὲν δέχονται σύνθεσιν ἀλλὰ ἰαπ. βάσιν aleg- κοινὴν εἰς πάντα τὰ κατωτέρω: ἀλέγω, ἀλεγίζω, ἀλεγύνω(=ἀνησυχῶ περί τινος)΄ λατ. neglego, diligo, diligens, religio΄ ἄλγος, ἀλεγεινός (< *elegesnos) καὶ ἀλγεινός, δυσ-ηλεγής(=ὀδυνηρός), ἀλγέω΄ λατ. algeo, ἀλγύνω, ἀλγηδών, ἄλγημα, ἄλγησις, ἀλγηρός. Κατὰ ταῦτα ἀλέγω < *elego, ἄλγος < *algos΄ ὑπερβολικὸν μετασχηματισμὸν τῆς βάσεως παρουσιάζει τὸ παρ’ Ἡσυχ. «λαγεινά΄ δεινά».

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: