Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

δαίμων (Α)

-ονος (ὁ, ἡ) [δαίω (Β)]΄ θεός, θεά. –

ΙΙ. ἡ θεότης, λατ. numen || μοῖρα, τὸ πεπρωμένον, εἰμαρμένη, τύχη (καλὴ ἤ κακή) || πρὸς δαίμονα=ἐναντίον τοῦ πεπρωμένου || σὺν δαίμονι=μὲ τὴν εὔνοιαν τῶν θεῶν (=λατ. non sine diis) || παρὰ τοῖς τραγ., θάνατος (λατ. sors).-

ΙΙΙ. ὁ δαίμων τινός, τ. ἔ. τὸ προστατεῦον αὐτὸν πνεῦμα || ὁ κλῆρός τινος, ἡ τύχη του. –

ΙV. δαίμονες ὠνομάζοντο καὶ αἱ ψυχαὶ τῶν ἀνθρώπων τοῦ χρυσοῦ αίῶνος, αἵτινες ἀπετέλουν τὸν συνδετικὸν κρίκον μεταξὺ θεῶν καὶ ἀνθρώπων || ὅθεν μτγν., οἱ ψυχαὶ τῶν τεθνεώτων, λατ. manes, lemures. –

V. πονηρὸν πνεῦμα, διάβολος (ἐν τῇ Κ.Δ.).

Ἐτυμ.: κατὰ τινας ἐκ ῥ. δα- τοῦ δαίω=μοιράζω, τρόπον τινὰ δαίμων=ὁ διαμοιραστής, πρβλ. Ἡσυχ. «ἰσοδαίτης ὑπ’ ἐνίων ὁ Πλούτων» ἡ=ὁ λαχὼν, ὁ κληρωθεὶς κατὰ τὴν διανομήν, κλῆρος, τύχη΄ < *dei-, πρβλ. δαίομαι καὶ ἀγγλοσαξ. tima, ἀγγλ. time (χρόνος), παλ-γερμ. *tman- (περίοδος) < ἰαπ. *di-.

- Ἄλλοι ἀνάγουσι τὴν λ. εἰς τὴν ῥ. διF- (βλ. Ζεύς, θεῖος).

Κατ’ ἄλλους δαίμων < *δασι-μων΄ λατ. *lasi- < *dasi- πρβλ. παλ. λατ lses, lares, -lun, ἀλλ’ ἧττον ὀρθῶς.

[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: