Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2008

ἀ-ϊδής

ές, (α στερ. + ἰδεῖν)΄ἀόρατος, ἄφαντος || κατεστραμμένος.


2) ἐνεργ. ὁ μὴ ὁρῶν, τυφλός.


[ΙΩΑΝ. ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ - ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: