Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

ἕλωρ

(τό) (ἑλεῖν)΄ ἐν χρήσει κατ’ ὀνομ. καὶ αἰτ. μόνο΄ λεία, λάφυρο.

[
ἑλώρια, ὀν. πληθ. τοῦ ἑλώριον (τό) = ἕλωρ (Α 4)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: