Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

αἱρέω, -ῶ

Ι. ἐνεργ. καὶ μέσο, παίρνω μὲ τὰ χέρια μου, παίρνω γιὰ τὸν ἑαυτό μου΄ ΟΜ Ιλ 1.139 Ὀδυσῆος γέρας ἄξω ἑλών | παίρνω ἀπὸ κάποιον, ἀφαιρῶ΄ΟΜ Ιλ 24.578 ἀπ΄ ἀπήνης ᾕρεον Ἑκτορέης κεφαλῆς ἀπερείσι΄ ἄποινα=ἀπὸ τὴν ἅμαξα ξεφόρτωσαν τὰ ἀναρίθμητα λύτρα γιὰ τὸν Ἔκτορα΄ ΟΜ Ιλ 15.125 τοῦ δ΄ ἀπὸ μὲν κεφαλῆς κόρυθ΄ εἵλετο καὶ σάκος ὤμων=ἀπὸ τὸ κεφάλι του ἀφαίρεσε τἠν περικεφαλαία, ἀπὸ τοὺς ὤμους τὴν πανοπλία΄ ἑλών= διὰ τῆς βίας | 2. συλλαμβάνω, πιάνω αἰχμάλωτο, σκοτώνω, νικῶ | 3. πιάνω, συλλαμβάνω κάποιον νὰ κάνει κάτι | 4. ἀποδεικνύω κάποιον ἔνοχο γιὰ κάτι΄ ἑλεῖν δίκην ή γραφήν=παίρνω ψῆφο γιὰ καταδίκη τοῦ ἀντιπάλου΄ δίκην ἑλεῖν τινα=καταδικάζω κάποιον μὲ δίκη΄ οἱ ἑλόντες (ἀντ. οἱ ἑαλωκότες)=οἱ καταδικασμένοι (ἀντ. αὐτοὶ ποὺ κερδίζουν τὴ δίκη) | 5. κυριεύω, κατακτῶ΄ καταλαμβάνω, κυριεύω΄ ἀποκτῶ, ἐξασφαλίζω΄ ΟΜ Ιλ 17.321 Ἀργεῖοι δέ κε κῦδος ἕλον΄ ΟΜ Ιλ 22.119 Τρωσὶν δ΄ αὖ μετόπισθε γερούσιον ὅρκον ἕλωμαι=θὰ ἐξασφαλίσω ὄρκο τῆς γερουσίας ἀπὸ τοὺς Τρώες | 6. συλλαμβάνω μὲ τὸ μυαλό, κατανοῶ.

ΙΙ. μέσο αἱρέομαι, -οῦμαι, ἐκλέγω΄ ἐκλέγω μὲ τὴν ψῆφο μου΄ ΟΜ Ιλ 10.235 τὸν μὲν δὴ ἕταρόν γ΄ αἱρήσεαι ὅν κ΄ ἐθέλῃσθα=τὸ σύντροφο μονάχος διάλεξε ποὺ θὲς μαζὶ νὰ πάρεις | 2. προτιμῶ.

ΙΙΙ.. παθ., κυριεύομαι |2. κερδίζομαι |3. ἐκλέγομαι.

Ἐτυμ.: συνάπτεται ὑπό τινων πρὸς τὸ ἑλλην. ὁρμή΄ ἡ βασικὴ σημ. τοῦ αἱρέω εἶναι «κινοῦμαι ζωηρῶς πρός τι»΄ κατὰ τοὺς ἴδιους προῆλθεν ἐκ τοῦ ὀνόμ. *αἷρα (πρβλ. σανσκρ. sira=ποταμός).

[
ἑλεῖν, ἐπ. ἑλέειν, ἀπρφ. ἀόρ. β’ (ἔλωρ)]
[ἕλωμαι, α’ ἑν. ὑποτ. μέσ. ἀορ. β’ τοῦ αἱρέομαι-αἱροῦμαι (Α 137)]
[
ἑλών, μτχ. ἀρσ. ἀορ. β’ (Α 139)]
[ἕλε, ἐπ. ἀντὶ εἷλε, γ’ ἑν. ἀορ. β’ (Α 197)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: