Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΙΡΕΩ -Ω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΙΡΕΩ -Ω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

ἀναιρέω

(ἀνά + αἱρέω)' σηκώνω ἐπάνω | 2. ἀποκομίζω, κυρ. ἐπὶ βραβείων | 3. ἐξαφανίζω, καταστρέφω | 4. ἐπὶ νόμων καὶ ἐθίμων, καταργῶ | 5. ὑποδεικνύω, χρησμοδοτῶ, ἀποκρίνομαι, δίνω ἀπάντηση.

ΙΙ. μέσον ἀναιροῦμαι, λαμβάνω ἐπάνω μου, σηκώνω δι᾿ ἐμαυτόν | 2. κερδίζω, ἀπολαμβάνω, δέχομαι.

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

ἀφαιρέω

(ἀπό + αἱρέω), ποιητ. ἀπαιρέω' λαμβάνω ἀπό τινος' μετὰ διπλῆς αἰτ., ἀφαιρεῖν τινά τι=ἀποστερῶ τινα ἀπό τι' ἀφαιρεῖν τινος (πραγμ.)=ἀφαιρῶ (μέρος) ἀπὸ πράγμά τι, τὸ ἐλαττώνω | 2. ἀπαλλάσσω τινὰ ἀπό τινος ὑποχρεώσεις, τοῦ χαρίζω τι, τὸν συγχωρῶ.

ΙΙ. μέσον, ἀφαιρῶ τι δι᾿ ἐμαυτόν, παίρνω, ἁρπάζω | 2. μετὰ ἑπομένου μή + ἀπρφ.=ἐμποδίζω τινὰ ἀπ᾿ τοῦ νὰ πράξῃ τι.

ΙΙΙ. παθ. ἀποστεροῦμαι ὑπό τινος ἀπὸ κάτι, χάνω κάτι ἐξ αἰτίας τινός, μοῦ ἀφαιρεῖ τίς τι.

[
ἀφαιρήσεσθαι, ἀπρφ. μέσ. μέλλ. (Α 161)]
[
ἀποαιρεῖσθαι, ποιητ. ἀντὶ ἀφαιρεῖσθαι, ἀπρφ. τοῦ ἀποαιρέομαι, ποιητ. ἀντὶ ἀφαιρέομαι (Α 230)]

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

αἱρέω, -ῶ

Ι. ἐνεργ. καὶ μέσο, παίρνω μὲ τὰ χέρια μου, παίρνω γιὰ τὸν ἑαυτό μου΄ ΟΜ Ιλ 1.139 Ὀδυσῆος γέρας ἄξω ἑλών | παίρνω ἀπὸ κάποιον, ἀφαιρῶ΄ΟΜ Ιλ 24.578 ἀπ΄ ἀπήνης ᾕρεον Ἑκτορέης κεφαλῆς ἀπερείσι΄ ἄποινα=ἀπὸ τὴν ἅμαξα ξεφόρτωσαν τὰ ἀναρίθμητα λύτρα γιὰ τὸν Ἔκτορα΄ ΟΜ Ιλ 15.125 τοῦ δ΄ ἀπὸ μὲν κεφαλῆς κόρυθ΄ εἵλετο καὶ σάκος ὤμων=ἀπὸ τὸ κεφάλι του ἀφαίρεσε τἠν περικεφαλαία, ἀπὸ τοὺς ὤμους τὴν πανοπλία΄ ἑλών= διὰ τῆς βίας | 2. συλλαμβάνω, πιάνω αἰχμάλωτο, σκοτώνω, νικῶ | 3. πιάνω, συλλαμβάνω κάποιον νὰ κάνει κάτι | 4. ἀποδεικνύω κάποιον ἔνοχο γιὰ κάτι΄ ἑλεῖν δίκην ή γραφήν=παίρνω ψῆφο γιὰ καταδίκη τοῦ ἀντιπάλου΄ δίκην ἑλεῖν τινα=καταδικάζω κάποιον μὲ δίκη΄ οἱ ἑλόντες (ἀντ. οἱ ἑαλωκότες)=οἱ καταδικασμένοι (ἀντ. αὐτοὶ ποὺ κερδίζουν τὴ δίκη) | 5. κυριεύω, κατακτῶ΄ καταλαμβάνω, κυριεύω΄ ἀποκτῶ, ἐξασφαλίζω΄ ΟΜ Ιλ 17.321 Ἀργεῖοι δέ κε κῦδος ἕλον΄ ΟΜ Ιλ 22.119 Τρωσὶν δ΄ αὖ μετόπισθε γερούσιον ὅρκον ἕλωμαι=θὰ ἐξασφαλίσω ὄρκο τῆς γερουσίας ἀπὸ τοὺς Τρώες | 6. συλλαμβάνω μὲ τὸ μυαλό, κατανοῶ.

ΙΙ. μέσο αἱρέομαι, -οῦμαι, ἐκλέγω΄ ἐκλέγω μὲ τὴν ψῆφο μου΄ ΟΜ Ιλ 10.235 τὸν μὲν δὴ ἕταρόν γ΄ αἱρήσεαι ὅν κ΄ ἐθέλῃσθα=τὸ σύντροφο μονάχος διάλεξε ποὺ θὲς μαζὶ νὰ πάρεις | 2. προτιμῶ.

ΙΙΙ.. παθ., κυριεύομαι |2. κερδίζομαι |3. ἐκλέγομαι.

Ἐτυμ.: συνάπτεται ὑπό τινων πρὸς τὸ ἑλλην. ὁρμή΄ ἡ βασικὴ σημ. τοῦ αἱρέω εἶναι «κινοῦμαι ζωηρῶς πρός τι»΄ κατὰ τοὺς ἴδιους προῆλθεν ἐκ τοῦ ὀνόμ. *αἷρα (πρβλ. σανσκρ. sira=ποταμός).

[
ἑλεῖν, ἐπ. ἑλέειν, ἀπρφ. ἀόρ. β’ (ἔλωρ)]
[ἕλωμαι, α’ ἑν. ὑποτ. μέσ. ἀορ. β’ τοῦ αἱρέομαι-αἱροῦμαι (Α 137)]
[
ἑλών, μτχ. ἀρσ. ἀορ. β’ (Α 139)]
[ἕλε, ἐπ. ἀντὶ εἷλε, γ’ ἑν. ἀορ. β’ (Α 197)]