Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

ἀναβαίνω

(ἀνά + βαίνω), ἀμτβ., ἀνεβαίνω, πηγαίνω ἐπάνω, ἐπιβαίνω, ἐπιβιβάζομαι πρὸς ἀπόπλουν | 2. στὸν ἀορ. α’ ἀνέβησα ἔχει μτβτ. σημ., κάνω κάποιον ν’ ἀνέβει, κυρ. τὸν ἐπιβιβάζω ἐπὶ πλοίου.

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

ἀναιρέω

(ἀνά + αἱρέω)' σηκώνω ἐπάνω | 2. ἀποκομίζω, κυρ. ἐπὶ βραβείων | 3. ἐξαφανίζω, καταστρέφω | 4. ἐπὶ νόμων καὶ ἐθίμων, καταργῶ | 5. ὑποδεικνύω, χρησμοδοτῶ, ἀποκρίνομαι, δίνω ἀπάντηση.

ΙΙ. μέσον ἀναιροῦμαι, λαμβάνω ἐπάνω μου, σηκώνω δι᾿ ἐμαυτόν | 2. κερδίζω, ἀπολαμβάνω, δέχομαι.

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

ἀνορούω

(ἀνά + ὀρούω, ὄρνυμι)' ἀνεγείρομαι, ἀναπηδῶ, ἀναβαίνω ταχέως.

Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

ἀναθηλέω

ὡς τὸ ἀναθάλλω (ἀνά + θῆλυς): πάλι θάλλω, ξαναγίνομαι πράσινος, ἀνθίζω ἐκ νέου.

[ἀναθηλήσει, γ’ ἑν. μέλλ. τοῦ ἀναθηλέω (Α 236)]

Τρίτη 21 Απριλίου 2009

διάνδιχα

(διά + ἀνά + δίχα), ἐπίρ.' εἰς δύο κομμάτια' κατὰ δύο τρόπους' διάνδιχα μερμηρίζειν=κυμαίνεσθαι, ταλαντεύεσθαι, μεταξὺ δύο γνωμῶν.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009

ἀναφαίνω

(ἀνά + φαίνω)' κάνω κάτι νὰ φανεῖ, νὰ λάμψει | 2. φέρω εἰς φῶς, φανερώνω, γεννῶ, παράγω | 3. διακηρύσσω, προκηρύσσω.

ΙΙ. παθ. μετὰ μέσου μέλλ. ἀναφανήσομαιἀναφανοῦμαι, ἐνεργ. πρκ. ἀναπέφηνα' ἔχω φανερωθεῖ, ἐμφανίζομαι | 2. ἐπανεμφανίζομαι, εἶμαι φανερὸς.

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009

ἀνίστημι

(ἀνὰ + ἵστημι)' στήνω ὄρθιον, κάνω κάποιον νὰ σηκωθεὶ ὄρθιος, ἐγείρω | 2. σηκώνω κάποιον ἀπὸ τὸν ὕπνο, τὸν ξυπνῶ' μεταφ. σηκώνω κάποιον ἀπὸ τὸν θάνατο | 3. ἐπὶ πραγμάτων, οἰκοδομῶ | 4. ἐξεγείρω πρὸς δράση, ἐξεγείρω πρὸς πόλεμο | 5. κάνω τοὺς ἀνθρώπους νὰ μεταναστεύσουν, τοὺς σηκώνω ἀπὸ τὸν τόπο τους | 6. κάνω ἱκέτες νὰ σηκωθοῦν καὶ νὰ ἐγκαταλείψουν τὸν βωμό.

ΙΙ. μέσον καὶ παθητικό, ἀνίσταμαι' στέκομαι ὄρθιος, σηκώνομαι γιὰ νὰ μιλήσω| 2. σηκώνομαι ἀπ’τὴν θέση μου εἰς ἔνδειξιν σεβασμοῦ | 3. σηκώνομαι ἐξ ὕπνου | 4. ἐγείρομαι ἐκ νεκρῶν | 5. ἀναρρώνω ἀπὸ ἀσθένεια | 6. ἐγείρομαι γιὰ νὰ ἀπέλθω, ἐκκινῶ.

[
ἀνιστάμενος, μτχ. ἐνεστ. τοῦ ἀνίσταμαι (Α 58)]
[
ἀνέστη, ἀόρ. β’ τοῦ ἀνίστημι (Α 68)]
[
ἀναστήσειεν, ἀπρφ. τοῦ ἀναστησείω, (ἐφετικὸ ἐκ τοῦ μέλλ. ἀναστήσω) (Α 191)]

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008

ἀνά

γίνεται ἀν- (ἤ ἄν) πρὸ ὀδοντ. συμφ., ἀγ- πρὸ οὐραν. συμφ., ἀμ- πρὸ χειλ. συμφ.' ἀντιθ. τῆς προθ. κατά'

I. μετὰ γεν.΄ ἐπί τινος, ἐπάνω εἴς τι΄ ἀνὰ νηός=ἐπάνω στὸ πλοῖο.

ΙΙ. μετὰ δοτ.'
ἐπί τινος, ἐπάνω εἴς τι (χωρὶς τὴν ἔννοια τῆς κίνησης).

ΙΙΙ. μετὰ αἰτ.΄ 1. ἐπὶ τόπου΄ ἐπάνω, πρὸς τὰ ἐπάνω, ἀπὸ κάτω ἕως τὴν κορυφή, καθ' ὅλη τὴν ἔκταση' ἀνὰ στρατόν | 2. ἐπὶ χρόνου΄ καθ' ὅλη τὴ διάρκεια΄ ἀνὰ νύκτα΄ ἀνὰ τὸν πόλεμον΄ ἀνὰ χρόνον | ἐννίοτε καὶ μὲ διανεμητικὴ ἔνν.΄ ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν=κάθε ἡμέρα΄ ἀνὰ πᾶν ἔτος=κάθε ἔτος | 3. μετὰ ἀριθμ. σημ. διανομὴ ἤ μερισμό΄ ἔλαβον ἀνὰ δηνάριον=ἔλαβαν ἕνα δηνάριον ἕκαστος.

ΙV. ὡς ἐπίρρ.' ἐκεῖ ἐπάνω, σὲ ὅλη τὴν ἔκταση ἐκεῖ ἐπάνω' μέλανες δ' ἀνὰ βότρυες ἦσαν=ἐπάνω δὲ καθ' ὅλη τὴν ἔκταση ἦσαν "τσαμπιά" ἀπὸ μαῦρα σταφύλια.

V. ἐν συνθέσει΄ ἐπάνω εἴς τι, πρὸς τὰ ἐπάνω΄ ἀναβαίνω, ἀναβλέπω, ἀνίστημι | μὲ τὴν ἔνν. τὴς ἐνίσχυσης, αὔξησης΄ ἀνακρίνω | μὲ τὴν ἔνν. τῆς ἐπανάληψης΄ ἀναβλαστάνω, ἀναγιγνώσκω | μὲ τὴν ἔνν. τοῦ πίσω΄ ἀναχωρέω΄ αὐτὴ ἡ ἔνν. πηγάζει ἀπὸ φράσεις ὅπως ἡ ἀνὰ ῥόον=πρὸς τὰ ἐπάνω, δηλ. ἐναντίον τοῦ ῥεύματος, ἤτοι πρὸς τὰ πίσω.