Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

βαίνω

(*βάω) ἀμτβ. περιπατῶ, βαδίζω, βηματίζω, πορεύομαι | 2. ἐπ. μετ᾿ ἀπρμφ.: βῆ δ᾿ ἴμεν, βὰν δ᾿ ἰέναι=ξεκίνησε νὰ πάει...΄ βὴ δὲ θέειν=ἄρχισε νὰ τρέχει | 3. βαίνω μετά τι=βαδίζω κατόπιν τινός (πραγμ.), ἔπειτα ἀπό τι΄ βαίνω ἐπ᾿ ἐλπίδος=προχωρῶ (στηριζόμενος) ἐπὶ ἐλπίδων, τ. ἔ. τρέφω ἐλπίδες | 4. ὁ πρκ. βέβηκα ἔχει τὴν ἔννοιαν τοῦ: εὐρίσκομαι ἔν τινι τόπῳ, ἔχω κατασταλάξει, ἔχω κατακαθίσει: εὖ βέβηκα=εἶμαι καλὰ στερεωμένος' οἱ ἐν τέλει βεβῶτες=οἱ κατέχοντες τὰ ἀξιώματα | 5. ἐπὶ ἀψύχων πραγμάτων, ἐννέα ἐνιαυτοὶ βεβάασι=ἐννέα ἔτη ἦλθον καὶ παρῆλθον | 6. ἀναβαίνω: βαίνω δίφρον=ἀναβαίνω εἴς δίφρον' ἐπὶ ζῴων, συνευρίσκομαι, συνουσιάζομαι, "καβαλλικεύω" | 7. μετ᾿ αἰτ. τοῦ συστ. ἤ ἐσωτερ. ἀντικ. βαίνω κέλευθον=περπατῶ ὁδόν.

ΙΙ. μεταβ., κάμνω τινὰ νὰ βαδίσῃ: φῶτας βῆσεν ἀφ᾿ ἵππων=τοὺς ἔκανε νὰ κατέβουν (τοὺς κατέβασε) ἀπὸ τὸ ἅρμα.

[Ι. Σταματάκου - Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης]

[
βῆ ποιητ. ἀντὶ ἔβη, γ’ ἑν.ὁριστ. ἀορ. β’ (A 34 - Α 44)]
[
βήσομεν, α’ πληθ. ὀριστ. μέλλ. (Α 144)]
[
βεβήκει, ἰων. ἀντὶ ἠβεβήκει, γ’ ἑν. ὑπερσ. (Α 221)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: