Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΙΝΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΙΝΩ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

ἀποβαίνω

(ἀπό + βαίνω)' βαδίζω μακράν, ἀπέρχομαι || ἀφιππεύω, ἀποβιβάζομαι ἀπό | 2. πορεύομαι μακράν, ἁναχωρῶ.

ΙΙ. ἐπὶ γεγονότων, ἑκβαίνω, καταλήγω || ἁπολ., καταντῶ, τελειώνω, κατὰ ἓναν τρόπο, τὸ ἁποβαῖνον=ἡ κατάληξη || τὰ ἀποβαίνοντα, τὰ ἀποβάντα=τὰ ἀποτελέσματα.

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

χαλκοβατής, ές

(χαλκός + βαίνω)' ὁ ἔχων χάλκινην βάση, στερεός' ἐπὶ τοῦ δώματος τοῦ Διός, Ὀδ. Θ. 321, Ἰλ. Α. 426, Ξ. 173, κλπ.· καὶ ἐν Ὀδ. Ν. 4, ἐπὶ τοῦ οἰκήματος τοῦ Ἀλκινόου.

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

ἀναβαίνω

(ἀνά + βαίνω), ἀμτβ., ἀνεβαίνω, πηγαίνω ἐπάνω, ἐπιβαίνω, ἐπιβιβάζομαι πρὸς ἀπόπλουν | 2. στὸν ἀορ. α’ ἀνέβησα ἔχει μτβτ. σημ., κάνω κάποιον ν’ ἀνέβει, κυρ. τὸν ἐπιβιβάζω ἐπὶ πλοίου.

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008

βαίνω

(*βάω) ἀμτβ. περιπατῶ, βαδίζω, βηματίζω, πορεύομαι | 2. ἐπ. μετ᾿ ἀπρμφ.: βῆ δ᾿ ἴμεν, βὰν δ᾿ ἰέναι=ξεκίνησε νὰ πάει...΄ βὴ δὲ θέειν=ἄρχισε νὰ τρέχει | 3. βαίνω μετά τι=βαδίζω κατόπιν τινός (πραγμ.), ἔπειτα ἀπό τι΄ βαίνω ἐπ᾿ ἐλπίδος=προχωρῶ (στηριζόμενος) ἐπὶ ἐλπίδων, τ. ἔ. τρέφω ἐλπίδες | 4. ὁ πρκ. βέβηκα ἔχει τὴν ἔννοιαν τοῦ: εὐρίσκομαι ἔν τινι τόπῳ, ἔχω κατασταλάξει, ἔχω κατακαθίσει: εὖ βέβηκα=εἶμαι καλὰ στερεωμένος' οἱ ἐν τέλει βεβῶτες=οἱ κατέχοντες τὰ ἀξιώματα | 5. ἐπὶ ἀψύχων πραγμάτων, ἐννέα ἐνιαυτοὶ βεβάασι=ἐννέα ἔτη ἦλθον καὶ παρῆλθον | 6. ἀναβαίνω: βαίνω δίφρον=ἀναβαίνω εἴς δίφρον' ἐπὶ ζῴων, συνευρίσκομαι, συνουσιάζομαι, "καβαλλικεύω" | 7. μετ᾿ αἰτ. τοῦ συστ. ἤ ἐσωτερ. ἀντικ. βαίνω κέλευθον=περπατῶ ὁδόν.

ΙΙ. μεταβ., κάμνω τινὰ νὰ βαδίσῃ: φῶτας βῆσεν ἀφ᾿ ἵππων=τοὺς ἔκανε νὰ κατέβουν (τοὺς κατέβασε) ἀπὸ τὸ ἅρμα.

[Ι. Σταματάκου - Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης]

[
βῆ ποιητ. ἀντὶ ἔβη, γ’ ἑν.ὁριστ. ἀορ. β’ (A 34 - Α 44)]
[
βήσομεν, α’ πληθ. ὀριστ. μέλλ. (Α 144)]
[
βεβήκει, ἰων. ἀντὶ ἠβεβήκει, γ’ ἑν. ὑπερσ. (Α 221)]