Ομήρου Ιλιάς ΙΙ
Σημασία και ετυμολογία λέξεων
Λεξικά
Kalós
Perseus Digital Library
The Archimedes Project
Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης - Liddell-Scott
Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα
Ι. Σταματάκου - Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης
Επεξηγήσεις
Συντετμημένες λέξεις καὶ σημεῖα
Λέξεις
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
Αρχειοθήκη ιστολογίου
Αρχειοθήκη ιστολογίου
Φεβρουαρίου (2)
Δεκεμβρίου (19)
Νοεμβρίου (14)
Μαρτίου (27)
Φεβρουαρίου (27)
Ιανουαρίου (9)
Δεκεμβρίου (7)
Νοεμβρίου (16)
Ιουλίου (9)
Ιουνίου (21)
Απριλίου (16)
Μαρτίου (42)
Φεβρουαρίου (33)
Δεκεμβρίου (10)
Ιουλίου (2)
Ιουνίου (9)
Μαΐου (7)
Απριλίου (103)
Μαρτίου (75)
Φεβρουαρίου (128)
Ιανουαρίου (37)
Δεκεμβρίου (60)
Νοεμβρίου (116)
Σεπτεμβρίου (2)
Ιουλίου (39)
Ιουνίου (24)
Απριλίου (3)
Μαρτίου (1)
Φεβρουαρίου (1)
Blog Me
Ομήρου Ιλιάς
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 13 χρόνια
Αρχαία Ελληνικά
Γραμματικὴ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας
Πριν από 14 χρόνια
Πληροφορίες
kalliopi
Το σώμα μας έχει την ιδιότητα να αυτοθεραπεύεται. Ύψιστη σημασία έχουν οι παράγοντες: Διατροφή, Κίνηση, Περιβάλλον, Τρόπος Ζωής, Τρόπος Σκέψης - Ιπποκράτης, 432π.Χ.
Προβολή πλήρους προφίλ
Αναγνώστες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα
ΒΑΙΝΩ
.
Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα
ΒΑΙΝΩ
.
Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012
ἀποβαίνω
(
ἀπό
+
βαίνω
)' βαδίζω μακράν, ἀπέρχομαι
||
ἀφιππεύω, ἀποβιβάζομαι ἀπό
| 2.
πορεύομαι μακράν, ἁναχωρῶ.
ΙΙ.
ἐπὶ γεγονότων, ἑκβαίνω, καταλήγω
||
ἁπολ., καταντῶ, τελειώνω, κατὰ ἓναν τρόπο,
τὸ ἁποβαῖνον
=ἡ κατάληξη
|| τὰ ἀποβαίνοντα, τὰ ἀποβάντα
=τὰ ἀποτελέσματα.
Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012
χαλκοβατής, ές
(
χαλκός +
βαίνω
)' ὁ ἔχων χάλκινην βάση, στερεός' ἐπὶ τοῦ δώματος τοῦ Διός, Ὀδ. Θ. 321, Ἰλ. Α. 426, Ξ. 173, κλπ.· καὶ ἐν Ὀδ. Ν. 4, ἐπὶ τοῦ οἰκήματος τοῦ Ἀλκινόου.
Πέμπτη 1 Απριλίου 2010
ἀναβαίνω
(
ἀνά
+
βαίνω
), ἀμτβ., ἀνεβαίνω, πηγαίνω ἐπάνω, ἐπιβαίνω, ἐπιβιβάζομαι πρὸς ἀπόπλουν
| 2.
στὸν ἀορ. α’
ἀνέβησα
ἔχει μτβτ. σημ., κάνω κάποιον ν’ ἀνέβει, κυρ. τὸν ἐπιβιβάζω ἐπὶ πλοίου.
Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008
βαίνω
(
*βάω
) ἀμτβ. περιπατῶ, βαδίζω, βηματίζω, πορεύομαι
| 2.
ἐπ. μετ᾿ ἀπρμφ.:
βῆ δ᾿ ἴμεν, βὰν δ᾿ ἰέναι
=ξεκίνησε νὰ πάει...΄
βὴ δὲ θέειν
=ἄρχισε νὰ τρέχει
| 3. βαίνω μετά τι
=βαδίζω κατόπιν τινός (πραγμ.), ἔπειτα ἀπό τι΄
βαίνω ἐπ᾿ ἐλπίδος
=προχωρῶ (στηριζόμενος) ἐπὶ ἐλπίδων, τ. ἔ. τρέφω ἐλπίδες
| 4.
ὁ πρκ.
βέβηκα
ἔχει τὴν ἔννοιαν τοῦ: εὐρίσκομαι ἔν τινι τόπῳ, ἔχω κατασταλάξει, ἔχω κατακαθίσει:
εὖ βέβηκα
=εἶμαι καλὰ στερεωμένος'
οἱ ἐν τέλει βεβῶτες
=οἱ κατέχοντες τὰ ἀξιώματα
| 5.
ἐπὶ ἀψύχων πραγμάτων,
ἐννέα ἐνιαυτοὶ βεβάασι
=ἐννέα ἔτη ἦλθον καὶ παρῆλθον
| 6.
ἀναβαίνω:
βαίνω δίφρον
=ἀναβαίνω εἴς δίφρον' ἐπὶ ζῴων, συνευρίσκομαι, συνουσιάζομαι, "καβαλλικεύω"
| 7.
μετ᾿ αἰτ. τοῦ συστ. ἤ ἐσωτερ. ἀντικ.
βαίνω κέλευθον
=περπατῶ ὁδόν.
ΙΙ.
μεταβ., κάμνω τινὰ νὰ βαδίσῃ:
φῶτας βῆσεν ἀφ᾿ ἵππων
=τοὺς ἔκανε νὰ κατέβουν (τοὺς κατέβασε) ἀπὸ τὸ ἅρμα.
[Ι. Σταματάκου - Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης]
[
βῆ
ποιητ. ἀντὶ
ἔβη
, γ’ ἑν.ὁριστ. ἀορ. β’ (A 34 - Α 44)
]
[
βήσομεν
, α’ πληθ. ὀριστ. μέλλ. (Α 144)
]
[
βεβήκει
, ἰων. ἀντὶ
ἠβεβήκει
, γ’ ἑν. ὑπερσ. (Α 221)
]
Παλαιότερες αναρτήσεις
Αρχική σελίδα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)