Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

ἀναθηλέω

ὡς τὸ ἀναθάλλω (ἀνά + θῆλυς): πάλι θάλλω, ξαναγίνομαι πράσινος, ἀνθίζω ἐκ νέου.

[ἀναθηλήσει, γ’ ἑν. μέλλ. τοῦ ἀναθηλέω (Α 236)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: