Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

λείπω

παθ. λείπομαι: ὡς καὶ νῦν.

[λέλοιπεν, πρκ. τοῦ λείπω (Α 235)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: