Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

ἀνίστημι

(ἀνὰ + ἵστημι)' στήνω ὄρθιον, κάνω κάποιον νὰ σηκωθεὶ ὄρθιος, ἐγείρω | 2. σηκώνω κάποιον ἀπὸ τὸν ὕπνο, τὸν ξυπνῶ' μεταφ. σηκώνω κάποιον ἀπὸ τὸν θάνατο | 3. ἐπὶ πραγμάτων, οἰκοδομῶ | 4. ἐξεγείρω πρὸς δράση, ἐξεγείρω πρὸς πόλεμο | 5. κάνω τοὺς ἀνθρώπους νὰ μεταναστεύσουν, τοὺς σηκώνω ἀπὸ τὸν τόπο τους | 6. κάνω ἱκέτες νὰ σηκωθοῦν καὶ νὰ ἐγκαταλείψουν τὸν βωμό.

ΙΙ. μέσον καὶ παθητικό, ἀνίσταμαι' στέκομαι ὄρθιος, σηκώνομαι γιὰ νὰ μιλήσω| 2. σηκώνομαι ἀπ’τὴν θέση μου εἰς ἔνδειξιν σεβασμοῦ | 3. σηκώνομαι ἐξ ὕπνου | 4. ἐγείρομαι ἐκ νεκρῶν | 5. ἀναρρώνω ἀπὸ ἀσθένεια | 6. ἐγείρομαι γιὰ νὰ ἀπέλθω, ἐκκινῶ.

[
ἀνιστάμενος, μτχ. ἐνεστ. τοῦ ἀνίσταμαι (Α 58)]
[
ἀνέστη, ἀόρ. β’ τοῦ ἀνίστημι (Α 68)]
[
ἀναστήσειεν, ἀπρφ. τοῦ ἀναστησείω, (ἐφετικὸ ἐκ τοῦ μέλλ. ἀναστήσω) (Α 191)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: