Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2009

ἀναφαίνω

(ἀνά + φαίνω)' κάνω κάτι νὰ φανεῖ, νὰ λάμψει | 2. φέρω εἰς φῶς, φανερώνω, γεννῶ, παράγω | 3. διακηρύσσω, προκηρύσσω.

ΙΙ. παθ. μετὰ μέσου μέλλ. ἀναφανήσομαιἀναφανοῦμαι, ἐνεργ. πρκ. ἀναπέφηνα' ἔχω φανερωθεῖ, ἐμφανίζομαι | 2. ἐπανεμφανίζομαι, εἶμαι φανερὸς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: