Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2009

ζάω

ἐπ. ζώω, ποιητ. ζόω, ἀττ. κατὰ συναίρεση ζῶ' ζῶ, ἀναπνέω | 2. μτφρ. εἶμαι ἐν πλήρει ἀκμῇ τῆς ζωῆς, εἶμαι ἀκμαῖος, ἱκανός, δραστήριος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: