Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

ἀφαιρέω

(ἀπό + αἱρέω), ποιητ. ἀπαιρέω' λαμβάνω ἀπό τινος' μετὰ διπλῆς αἰτ., ἀφαιρεῖν τινά τι=ἀποστερῶ τινα ἀπό τι' ἀφαιρεῖν τινος (πραγμ.)=ἀφαιρῶ (μέρος) ἀπὸ πράγμά τι, τὸ ἐλαττώνω | 2. ἀπαλλάσσω τινὰ ἀπό τινος ὑποχρεώσεις, τοῦ χαρίζω τι, τὸν συγχωρῶ.

ΙΙ. μέσον, ἀφαιρῶ τι δι᾿ ἐμαυτόν, παίρνω, ἁρπάζω | 2. μετὰ ἑπομένου μή + ἀπρφ.=ἐμποδίζω τινὰ ἀπ᾿ τοῦ νὰ πράξῃ τι.

ΙΙΙ. παθ. ἀποστεροῦμαι ὑπό τινος ἀπὸ κάτι, χάνω κάτι ἐξ αἰτίας τινός, μοῦ ἀφαιρεῖ τίς τι.

[
ἀφαιρήσεσθαι, ἀπρφ. μέσ. μέλλ. (Α 161)]
[
ἀποαιρεῖσθαι, ποιητ. ἀντὶ ἀφαιρεῖσθαι, ἀπρφ. τοῦ ἀποαιρέομαι, ποιητ. ἀντὶ ἀφαιρέομαι (Α 230)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: