Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

ἀπειλέω

(ἀπειλή)' ἀπειλῶ, φοβερίζω | 2. ἐκφέρω (ἐκστομίζω) πομπώδεις ἀπειλές' κομπάζω.

ΙΙ. διαβεβαιῶ, ὑπόσχομαι.

ΙΙΙ. παθ. ἀπειλοῦμαι, τρομοκρατοῦμαι δι᾿ ἀπειλῶν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: