Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

μογέω

(μόγος)' κοπιάζω, μοχθῶ | 2. ταλαιπωροῦμαι, στεναχωροῦμαι, ὑποφέρω | 3. ἀλγῶ, πονῶ.

[
μόγησα, ἀόρ. (Α 162)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: