Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

τεύχω

κατασκευάζω, κτίζω, ποιῶ, οἰκοδομῶ | 2. ἡ μτχ. παθ. πρκ. τετυγμένος συχνὰ ἔχει τὴν ἔννοια τοῦ τυκτός=καλῶς κατασκευασμένος, καλῶς ἐπεξεργασμένος, μτφ. συμπαγής, σταθερός.

ΙΙ.
παθ. κατασκευάζομαι, μτφ. γίνομαι, συμβαίνω | 2. μετὰ διπλῆς αἰτ., καθιστῶ τινα τοιοῦτον ἤ τοιοῦτον: τεύχω τινὰ εὐδαίμονα.

[τεῦχε, προστ. β’ ἑν. ἐνεστ. (Α 4)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: